Διαιτολογικό Διατροφολογικό Κέντρο Μαρίνα Μανωλαράκη

Τι Είναι;

Παρόλο που μια ισορροπημένη και υγιεινή διατροφή είναι ευεργετική σχεδόν για όλους τους ανθρώπους, δεν είμαστε ίδιοι μεταξύ μας.

Όλα μας τα κύτταρα περιέχουν γενετικό υλικό, δηλαδή DNA. Το DNA του κάθε κυττάρου μας αποτελείται από 3 δισεκατομμύρια σημεία (θέσεις) και το κάθε σημείο περιέχει μια συγκεκριμένη πληροφορία που δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια της ζωής μας.

Ο καθένας από εμάς έχει το δικό του μοναδικό γενετικό υλικό (DNA) και το δικό του μοναδικό τρόπο και συνθήκες ζωής. Έτσι, οι καθημερινές μας επιλογές, συνειδητές ή μη (διατροφή, κάπνισμα, άσκηση, άγχος, περιβάλλον, κλπ.), δεν είναι στον ίδιο βαθμό ευεργετικές ή επιβαρυντικές για τον καθένα από εμάς.

Τι σας Προσφέρουμε

Το Διαιτολογικό κέντρο Δια…Τροφής με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας και την εφαρμογή των πιο πρόσφατων επιστημονικών δεδομένων σας βοηθάει, μέσω της υπηρεσίας GENOSOPHY discover yourself, να ανακαλύψετε καλύτερα τον εαυτό σας.
Μέσα από τις 3 δισεκατομμύρια θέσεις που έχει ο άνθρωπος στο γενετικό του υλικό, η Δια..Τροφής επέλεξε και μελετά για εσάς, αυτές που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα ότι:
1) επηρεάζουν και επηρεάζονται από τη διατροφή
2) συμβάλλουν στη διαθεσιμότητα των θρεπτικών συστατικών στον οργανισμό
3) σχετίζονται με τη συναισθηματική πρόσληψη τροφής
4) σχετίζονται με προδιάθεση για νοσήματα όπως Παχυσαρκία, Διαβήτης τύπου ΙΙ, Οστεοπόρωση, Δυσλιπιδαιμίες, Μεταβολικό σύνδρομο, Θρομβοφιλία κ.α.
5) επηρεάζουν τη βιολογική ηλικία
6) επηρεάζουν τις αθλητικές επιδόσεις

Πως Γίνεται;

Σκοπός μας να σας παρέχουμε την πληροφορία του γενετικού σας υλικού που σχετίζεται με τις διατροφικές σας επιλογές, να έχετε τη δυνατότητα να βελτιώσετε την υγεία σας κάνοντας πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες αλλαγές στις διατροφικές σας επιλογές.

Με ένα μικρό δείγμα λίγων κυττάρων από το εσωτερικό του στόματος, σας παρέχουμε εκείνη την πληροφορία του γενετικού σας υλικού που με τη βοήθεια διαιτολόγου του δικτύου μας, σας δίνει τη δυνατότητα να βελτιώσετε την υγεία σας κάνοντας πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες αλλαγές στις διατροφικές σας επιλογές.

Περισσότερα...

Η διατροφογενετική στο τραπέζι μας

«Δύο παιδιά της ίδιας ηλικίας και του ίδιου ύψους ξεκινούν το γεύμα τους μαζί. Το ένα, γρήγορα χορταίνει με το φαγητό που του παρέχουν, ενώ το άλλο αργεί πολύ να έχει αίσθημα κορεσμού. Τελικά το δεύτερο θα εξελίχθεί σε υπέρβαρο ενώ το πρώτο όχι.» «Δυο άνδρες της ίδιας ηλικίας ακολουθούν μια δίαιτα χαμηλή σε κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και υψηλή σε αλάτι και κορεσμένα λιπαρά. Ο ένας από αυτούς αναπτύσσει υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία και τελικά αθηροσκλήρωση, ενώ ο άλλος ζει πολλά χρόνια χωρίς να αναπτύξει χρόνια προβλήματα υγείας.» «Δυο γυναίκες της ίδιας ηλικίας και του ίδιου βάρους θέτουν ως στόχο την απώλεια κιλών και ακολουθούν την ίδια δίαιτα. Η μια επιτυγχάνει γρήγορα το στόχο της ενώ η άλλη δυσκολεύεται πολύ παρότι ακολουθεί τη δίαιτα πιστά και απογοητεύεται…» Γιατί άραγε άνθρωποι που έχουν αντίστοιχες διατροφικές συνήθειες και ακολουθούν παρόμοιο τρόπο ζωής βιώνουν διαφορετικές επιδράσεις αυτών στην υγεία τους; Απάντηση στη συγκεκριμένη ερώτηση έρχεται να δώσει η επιστήμη της Διατροφογενετικής, που τα τελευταία 5 χρόνια έχει κάνει σημαντικά βήματα, ανοίγοντας το δρόμο στην εξατομικευμένη διατροφή με βάση το γενετικό προφίλ. Μάλιστα, πρόσφατες μελέτες σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά δείχνουν ότι άνθρωποι που ακολούθησαν εξατομικευμένο πρόγραμμα διατροφής βασιζόμενο στο γενετικό τους προφίλ, συμμορφώθηκαν πολύ ευκολότερα τις οδηγίες του διαιτολόγου που τους παρακολουθούσε και πέτυχαν γρηγορότερα τους στόχους τους. Γνωρίζοντας κάποιος το γενετικό του προφίλ σήμερα μπορεί να αντλήσει πάρα πολλές πληροφορίες και να τροποποιήσει σημαντικά τον τρόπο ζωής του ώστε να έχει μια καλύτερης ποιότητας ζωή. Μπορεί για παράδειγμα να μάθει αν έχει προδιάθεση για παχυσαρκία (ακόμα και από την παιδική ηλικία), για διαβήτη, καρδιαγγειακά, υπέρταση, οστεοπόρωση, μεταβολικό σύνδρομο θρόμβωση (γνωστή και ως θρομβοφιλία), ευαισθησία σε τραυματισμούς ή τι τύπου άσκηση (δύναμης ή αντοχής) θα ταίριαζε καλύτερα στο γενετικό του προφίλ. Μέσα από το γενετικό προφίλ μπορεί ο καθένας από μας να γνωρίζει αν έχει γενετική προδιάθεση στην ανάπτυξη δυσανεξιών σε μια σειρά από τρόφιμα όπως στο γάλα ή τη γλουτένη, αν και πόσο κάφε πρέπει να καταναλώνει μια και φαίνεται ότι ορισμένοι άνθρωποι με πολύ συγκεκριμένο γενετικό υπόβαθρο κινδυνεύουν από έμφραγμα αν καταναλώνουν καφέ ενώ άλλοι μπορούν να απολαμβάνουν τις αντιοξειδωτικές του ιδιότητες. Μια σειρά από γονίδια έχουν δημοσιευτεί τα τελευταία χρόνια που επηρεάζουν την διάθεση αλλά και την πιθανότητα ανάκτησης βάρους μετά από βαριατρική επέμβαση (χειρουργική επέμβαση παχυσαρκίας). Για αυτό ασθενείς που σκέφτονται να υποβληθούν σε βαριατρική επέμβαση, καλό είναι να γνωρίζουν το γενετικό τους προφίλ και σε συνεργασία με τον θεράποντα
γιατρό και τον προσωπικό τους διαιτολόγο να λαμβάνουν την καλύτερη απόφαση. Πολύ συχνά ακόμα και ο ίδιος ο διαιτολόγος που παρακολουθεί έναν ασθενή δυσκολεύεται να αποφασίσει ποιά θα πρέπει να είναι η κατανομή των μακροθρεπτικών (δηλ. πρωτεΐνης λίπους υδατάνθρακα) στο διαιτολόγιο του . Πρόσφατη μεγάλη μελέτη (POUNDS LOST TRIAL) που διεξάγεται από το ΝΙΗ (National Institutes of Health) και της όποιας τα αποτέλεσμα δημοσιεύονται σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά, δείχνουν ότι η κατανομή των μακροθρεπτικών στο διαιτολόγιο πρέπει να διαφοροποιείται ανάλογα με το γενετικό προφίλ του ασθενούς Έχοντας τη γενετική πληροφορία στα χεριά του σήμερα ένας διαιτολόγος θα μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες, για τη δυνατότητα μεταβολισμού του υδατάνθρακα του ασθενούς, για το αν ο ασθενής του είναι επιρρεπής στη συναισθηματική διατροφή (emotional eating) αλλά και για τις γευστικές του προτιμήσεις. Έτσι για παράδειγμα, δεν θα τον εξανάγκαζε σε διακοπή των γλυκών μια και θα ήταν εμφανές από τα γονίδια του ότι δεν μπορεί να αποχωριστεί τις γλυκές γεύσεις. Για να μπορέσει κάποιος σήμερα να έχει απαντήσεις σε όλα τα πιο πάνω ερωτήματα απαραίτητη είναι η μελέτη μεγάλου αριθμού γονιδίων μια και οι περισσότερες προαναφερθείσες καταστάσεις δεν βασίζονται σε ένα γονίδιο αλλά είναι πολύγονιδιακές. Το γεγονός αυτό καθιστούσε απαγορευτική, λόγω μεγάλου κόστους, την πρόσβαση στην πιο πάνω γνώση. Τα τελευταία δυο χρόνια η αλματώδης εξέλιξη στην τεχνολογία που στηρίζει τη Μοριακή Βιολογία οδήγησε στη δυνατότητα μελέτης πολύ μεγάλου αριθμού γονιδίων με αναίμακτο τρόπο σε κόστος που πλέον είναι προσβάσιμο στο μέσο άνθρωπο. Σύντομα και στην Ελλάδα θα παρέχονται τέτοιου τύπου ολοκληρωμένες πληροφορίες από την εταιρεία Εμβιοδιαγνωστική, που σε συνεργασία με κορυφαία ερευνητικά ιδρύματα στην Ελλάδα (Ιατρική Κρήτης) αλλά και διεθνώς αναπτύσσει και εφαρμόζει υπηρεσίες Προδιαθεσικής Γονιδιωματικής επικεντρώνοντας κυρίως το ενδιαφέρον της σε γενετικούς παράγοντες (πολυμορφισμούς, επιγενετικές τροποποιήσεις, γονίδια πολλαπλών αντιγράφων-CNVs) των οποίων η επίδραση υπόκειται σε διορθωτικές παρεμβάσεις. Η εξατομικευμένη διατροφική παρέμβαση είναι γεγονός και το γενετικό προφίλ αποτελεί πλέον πολύτιμο και αναγκαίο εργαλείο στα χέρια ενός διαιτολόγου.

Παιδική Παχυσαρκία:πως μπορεί να βοηθήσει η μοριακή βιολογία τους γονείς και τους διαιτολόγους

 Η παχυσαρκία είναι μια σοβαρή ασθένεια που αφορά περίπου ένα στα τρία παιδιά αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα. Τα περισσότερα υπέρβαρα ή παχύσαρκα παιδιά έχουν μειωμένη κοινωνική αποδοχή (είναι για παράδειγμα θύματα bulling στο σχολείο), αυτοεκτίμηση και ποιότητα ζωής γενικότερα. Επίσης, είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι τα παχύσαρκα παιδιά έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν σακχαρώδη διαβήτη, καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως έμφραγμα ή εγκεφαλικό, αρθροπάθειες και άλλα προβλήματα μελλοντικά. Δυστυχώς, πιθανά λόγω της υιοθέτησης του “δυτικού” τρόπου ζωής σε συνδυασμό με την πρόσφατη οικονομική κρίση, η Ελλάδα έχει πλέον τη θλιβερή παγκόσμια πρωτιά στην παιδική παχυσαρκία, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΠΟΥ (παγκόσμιου οργανισμού υγείας WHO)
Είναι προφανές ότι το περιβάλλον (οικογενειακό και κοινωνικο-οικονομικό) έχει ίσως τη μεγαλύτερη ευθύνη στο σοβαρότατο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα και το οποίο ονομάζεται παιδική παχυσαρκία. Σε ένα τέτοιο νοσογόνο περιβάλλον τι μπορεί να προσφέρει η μοριακή βιολογία και ειδικότερα η γενετική επιστήμη; Πως μπορεί να βοηθήσει τα ήδη παχύσαρκα παιδιά ή να αποτρέψει την εξέλιξη ενός βρέφους σε παχύσαρκο παιδί;
Η σχετική επίδραση του περιβάλλοντος και των γονιδίων μελετήθηκε σε χιλιάδες παιδιά και κυρίως σε διζυγωτικούς διδύμους, δηλαδή σε δίδυμα παιδιά που δεν είναι πανομοιότυπα αλλά διαφέρουν μεταξύ τους τουλάχιστον στα μισά τους γονίδια. Οι μελέτες αυτές βοήθησαν στην ανακάλυψη δεκάδων γονιδίων που σχετίζονται με παιδική παχυσαρκία σε κατά τ’ άλλα υγιή παιδιά. Το συγκεκριμένα γονίδια έχουν να κάνουν κυρίως με την όρεξη και ειδικότερα με δύο μηχανισμούς. Ο πρώτος αφορά το αίσθημα του κορεσμού δηλαδή με το πόσο εύκολα χορταίνουν. Ο δεύτερος έχει να κάνει με μία “υπερβολική αντίδραση” στα διατροφικά ερεθίσματα, δηλαδή στο πόσο επηρεάζονται (“κολλάνε”) από οσμές ή εικόνες συγκεκριμένων φαγητών.
Επιπλέον, έχουν βρεθεί πολλές μικρές τροποποιήσεις γονιδίων αλλά και ποικιλότητα στον αριθμό των αντίγραφων κάποιων γονιδίων που επηρεάζουν το μεταβολισμό των διαφόρων συστατικών των τροφών, όπως για παράδειγμα την πέψη των υδατανθράκων και την αποθήκευση του λίπους. Επίσης, σχετίζονται με δυσανεξία στο γάλα ή στη γλουτένη, την επιλογή κατάλληλης αθλητικής δραστηριότητας για βέλτιστες επιδόσεις και λιγότερους τραυματισμούς ακόμα και με τη ψυχολογική κατάσταση του παιδιού.
Τα παραπάνω, περά από προγνωστική σημασία, έχουν και μεγάλη πρακτική αξία. Γνωρίζοντας το γενετικό προφίλ του παιδιού τους, οι γονείς είναι πιο εύκολο να αποδεκτούν ότι το παιδί τους ή ένα από τα παιδιά τους χρειάζεται πρόσθετη στήριξη και παρακολούθηση από μικρή ηλικία, πράγμα που αυξάνει την επιτυχία της προσέγγισης, όπως έχει αποδειχθεί από πρόσφατες επιστημονικές μελέτες.
Παράλληλα, έχοντας τα γενετικά αποτελέσματα, ο διαιτολόγος μπορεί να κατευθύνει τους γονείς καλύτερα σε θέματα διατροφικής και συμπεριφορικής θεραπείας. Οι πρακτικές οδηγίες σε θέματα διατροφής αφορούν κυρίως τη λήψη φαγητού με πιο αργό τρόπο, την αποφυγή της θέασης ορισμένων τροφών, την επιλογή ή αποφυγή ορισμένων τροφών ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε διάφορα μακροθρεπτικά (πρωτεΐνη, λίπος, υδατάνθρακες) ή μικροθρεπτικά συστατικά (για παράδειγμα βιταμίνες ή σίδηρο) ή ορισμένων αθλητικών προγραμμάτων και άλλα. Βασίζονται σε γενετικά σκορ που προκύπτουν από την ανάλυση δεκάδων γονιδίων και τη χρήση ειδικών αλγορίθμων.
Η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει πλέον με ανώδυνο και εύκολο τρόπο, όπως φαίνεται στην εικόνα, τις παραπάνω αναλύσεις και η πρόκληση βρίσκεται στο πως θα αξιοποιηθεί καλύτερα η γενετική πληροφορία. Η Εμβιοδιαγνωστική, γι’ αυτό το λόγο, έχει προσλάβει ειδικό σε θέματα οπτικοποίησης της επιστημονικής πληροφορίας, ώστε τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις αναλύσεις να μπορούν να γίνονται γρήγορα κατανοητά τόσο από το διαιτολόγο όσο και από τον ασθενή. Η μοριακή βιολογία με τη βοήθεια της πληροφορικής έχει ξεπεράσει σήμερα το στάδιο της πρόγνωσης και προσφέρει περισσότερο στοχευμένες και εξατομικευμένες απαντήσεις που εγγυώνται μεγαλύτερη επιτυχία στην αντιμετώπιση αλλά και την πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας. 
Close Menu